Skybranching


να’ μουν αέρας
Απριλίου 7, 2011, 7:27 πμ
Filed under: ποίηση

 

Να ΄μουν αέρας

Θα θελα να’ μουν άνεμος.

Να ‘ μουν λέει ένα αεράκι απαλό.

Με σώμα αέρινο,

μονοπάτι χωματένιο να χάιδευα,

ανασηκώνοντας το χώμα

και κείνο να διέγραφε σπείρες ασύμμετρες και κύκλους στον αιθέρα.

Να’ μουν μικρή πνοή ανέμου

ανάμεσα στα μυρωδάτα άνθη της αμυγδαλιάς

ώστε τα πέταλα και οι στήμονες να τρεμοπαίζουν,

μεθυστικά αρώματα αναδύοντας.

Δροσερό αεράκι,

το τρυφερό μάγουλο ανταμώνοντας ενός μικρού παιδιού.

Σαν πειραχτήρι να ‘παιζα μπερδεύοντας παντού στο πρόσωπό του τις τριχούλες.

Μετά πάλι να τις ξεμπέρδευα,

ενώ αυτές ν’ ανέμιζαν τριγύρω απ’ το κεφάλι, δώθε κείθε.

Αέρας,

να ‘γλειφα τη θάλασσα για την αλμύρα της

και οι σταγόνες της να ορθώνονταν στον ουρανό

και να ‘πεφταν,

αμέριμνα κυκλάκια στην λεία επιφάνεια της.

Το αέρινο σώμα μου ίσα που θ’ άγγιζε το αλμυρό νερό,

χιλιόμετρα γοργά τσουλώντας,

ώσπου του βράχου να ανταμώσω το τραχύ γυαλιστερό κορμί.

Πιθανή προς πιθαμή τις πεταλίδες του να πιάσω

και σαν μαστίγιο δυνατά τα μυτερά σημεία του να στοιχειώσω.

Μετά να φύγω μακρυά,

να πάω στου κάμπου το γαλάζιο λουλουδάκι,

αυτό το μικροσκοπικό,

που κατά λάθος ξέφυγε από διαβάτη πάτημα,

βελούδινο το πέταλο του να αισθανθώ,

κι αέρας όπως είμαι,

λίγο από το χρώμα του σκορπώντας,

γαλαζόσκονη στο γύρω του χορτάρι να απλώσω.

Τα σύννεφα.

Ναι, εκείνα τ’ άσπρα σα βαμβάκι σύννεφα.

Φυσώντας τις μορφές τους γρήγορα να πλάθω,

αλλάζοντας τις διαρκώς σ’ ότι αυτά προστάζουν.

Άλλοτε ζώα, ψάρια και πουλιά και άλλοτε άλογα με αγγέλους αναβάτες.

Άλλοτε πρόσωπα αλλόκοτα, τρομακτικά τοπία.

Ύστερα μ’ ένα φύσημα να σβήνουν όλα τούτα,

διαλύοντας τα να χάνονται για πάντα,

ελευθερώνοντας γαλαζωπό χαλί

ολούθε απλωμένο

ως τ΄άπειρο.



Μαρτίου 23, 2011, 2:49 μμ
Filed under: ποίηση

Και μόνο το ίχνος μιας γραμμής, μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα!



Πέταλο της ασφάλτου
Δεκεμβρίου 16, 2010, 9:34 πμ
Filed under: ποίηση

Βαριά τα πέλματα του ποιητή σέρνονταν στην άσφαλτο.

Η πλάτη του έφεγγε κόντρα στο φως.

Κι ούτε ένα δέντρο να πιαστεί.

Το φως κοιτούσε στο μέσον του δρόμου.

Ακτίνες τα μαλλιά του, όπως αργά περνούσε απέναντι.

Το χέρι του ποιητή άγγιξε το δέντρο -το μόνο στήριγμά του.

Τόνοι στίχων βαραίνουν αυτή την πλάτη.

Μέντορας πολλών νέων ποιητών

που ποτέ τους δε διάβασαν Ρίλκε.

Σε μια στιγμή το βήμα του σταμάτησε.

Ένα πέταλο! Εκεί, στη μέση του δρόμου.

Κόκκινο λαμπερό σε φόντο γκρι.

Το κοίταξε χωρίς έννοια καμιά, εκεί στη μέση του δρόμου.

Βελούδο στην τραχιά την άσφαλτο.

Αέναη ζωγραφιά, διακόπτης χρόνου.

Είσαι και συ ένας στίχος

μικρό μου βασανάκι”.

Ζ. A.



άτιτλο
Δεκεμβρίου 16, 2010, 8:50 πμ
Filed under: ποίηση

“Μη μου δίνεις σημασία” είπε,

“μπουρμουλήθρα είμαι”

κι η ιριδίζουσα επιφάνειά της

ουρανό αντιφέγγισε.



φουσκαλίτσες
Νοεμβρίου 29, 2010, 10:05 μμ
Filed under: ποίηση

Φουσκαλίτσες, φουσκαλίτσες

διάφανες πεταλουδίτσες

αιωρούνται εδώ και κει

μέχρι να βρεθούν στη γη,

και στο χώμα ν’ ακούμπήσουν τη υγρή τους την πνοή.

Ζ.Α.



Η στριφογυριστή μπούκλα της Μαρίας
Νοεμβρίου 21, 2010, 8:44 πμ
Filed under: Ιστοριούλες | Ετικέτες:

Της Μαρίας της άρεσε να περιστρέφει το δάκτυλό της γύρω από μια τούφα μαλλιά, κυρίως όταν άκουγε τη δασκάλα. Ξεγλιστρούσε το δάκτυλό της αργά και η τούφα στεκόταν για λίγο σαν ελατήριο. Μετά ίσιωνε απότομα.

Τη διασκέδαζε πολύ αυτό το παιχνίδι.

Μια μέρα λοιπόν που στριφογυρνούσε τη μπούκλα της ως συνήθως, ένιωσε κάτι ιδιαίτερα γαργαλιστικό στη ρίζα των μαλλιών της. Άρχισε να ξύνεται σε εκείνο το σημείο, μετά αισθάνθηκε το ίδιο πιο δεξιά, μετά λίγο αριστερά, μετά δεξιά και αριστερά μαζί και πάνω και κάτω, ώσπου βρέθηκε να ξύνει το κεφάλι της και με τα δυο της χέρια μανιωδώς.

  • Τι κάνεις εκεί Μαρία; ρώτησε η δασκάλα της. Γιατί είσαι έτσι αναμαλλιασμένη;
  • Ε… τίποτα κυρία τίποτα, είπε η Μαρία και αστραπιαία κατέβασε τα χέρια της πάνω στο θρανίο.
  • Σε θέλουμε εδώ, μαζί μας, της είπε η δασκάλα λίγο συνοφρυωμένη.

Η Μαρία όμως δεν ήταν εκεί. Το κεφάλι της έκαιγε από τη φαγούρα και δεν μπορούσε να το ξύσει… Φανταζόταν την απόλαυση της αρκούδας που τρίβει την πλάτη της στο δέντρο, της γάτας που με ταχύτητα ξύνει το αυτί της με το πίσω πόδι μισοκλείνοντας τα μάτια από ανακούφιση. Δεν άντεχε άλλο. Έσκυψε να πάρει κάτι από την τσάντα της και ξύστηκε πάλι με μανία.

Στο σπίτι αναρωτιόταν τι μπορεί να της συμβαίνει γιατί εξακολουθούσε να την τρώει το κεφάλι. Έτσι λοιπόν όπως ξυνόταν στο γραφείο την ώρα που έκανε τα μαθήματά της προσγειώθηκε ένα ζουζούνι πάνω στο βιβλίο της Ιστορίας ακριβώς πάνω στην μύτη του Αδαμάντιου Κοραή!

    Τι είναι αυτό; Όχι δεν μπορεί να ήταν αυτό το ζουζούνι εκεί από πριν, στη μύτη αυτού του κυρίου. Θα πρέπει να έπεσε από το κεφάλι μου. Δεν είναι δυνατόν! Έχω… έχω, αυτό που καμιά φορά λένε οι μεγάλοι πως έχουν οι μικροί και γουρλώνουν τα μάτια έντρομοι! Έχω… ψείρες!” 

    Τρέχει στον μπαμπά της στο σαλόνι.

  • Μπαμπά μπαμπά!
  • Τι συμβαίνει παιδί μου;
  • Να… ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Τι ξέρεις για τα ζουζούνια στο κεφάλι;
  • Τις ψείρες εννοείς; είπε και στραβομουτσούνιασε. Άστα χάλια κατάσταση. Όταν ήμουν μικρός και κολλούσαμε ψείρες μας ξύριζαν το κεφάλι με την ψιλή.
  • Τι πάει να πει με την ψιλή.
  • Πάει να πει ότι έκοβαν τα μαλλιά τελείως και ήσουν σα γλόμπος. Έτσι όλοι ήμασταν γλόμποι στο σχολείο όταν κυκλοφορούσαν ψείρες. Βλέπεις οι άτιμες μεταδίδονται με μεγάλη ταχύτητα.Η Μαρία ξεροκατάπιε και ένιωσε τα χέρια και τα πόδια της να ιδρώνουν.
  • Ε… δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τις διώξετε;
  • Άλλοι προτιμούσαν να βάζουν πετρέλαιο στα μαλλιά τους, αλλά το κούρεμα ήταν πιο αποτελεσματικό επειδή οι ψείρες συχαίνονται το φως. Όμως γιατί ρωτάς; Δε πιστεύω να κόλλησες;- Όχι μπαμπά όχι, τρελάθηκες; είπε και έγινε κατακόκκινη. Έκανε μεταβολή αργά, προχώρησε δύο τρία βήματα και μετά έτρεξε στο δωμάτιο της.Η καρδιά της κτυπούσε δυνατά και δεν ήξερε τι να κάνει. Αν το ‘λεγε θα γινόταν γλόμπος ή θα της έριχναν πετρέλαιο στο κεφάλι, γιακς! “Όχι ποτέ δεν θα το πω” σκέφτηκε, “Θα βρω άλλο τρόπο”. Άρχισε να ψηλαφίζει το δέρμα του κεφαλιού της ψάχνοντας για ψείρες, αλλά, αδύνατον. Τίναξε τα μαλλιά της και τότε έπεσε ακόμα μία! “Αχ τι θα κάνω;” Τότε στο μυαλό της εμφανίστηκαν εικόνες με μαϊμουδίτσες που ξεψειρίζαν η μία την άλλη με προσοχή και αφοσίωση. “Μα που Θα βρω μια μαϊμουδίτσα να με ξεψειρίσει; Ο ζωολογικός κήπος πέφτει μακριά! Αλλά, όχι, δεν πρόκειται να το πω, όχι ποτέ. ‘Όμως τι θα γίνει; Αύριο μεθαύριο θα κολλήσουν και οι συμμαθητές μου και η κυρία και ο διευθυντής και τότε τι θα γίνει;”

    Φανταζόταν τους συμμαθητές της ξυρισμένους γλόμπους να την κοιτούν με θυμωμένο βλέμμα. “Και η δασκάλα; Κι αυτή γουλί. Ω, συμφορά! Να μη μπορεί να βάλει το λουλουδιστό πιαστράκι της! Και ο διευθυντής; Αχ, ο διευθυντής, όχι ο διευθυντής δεν θα θυμώσει. Ουφ, αυτός είναι ήδη φαλακρός”.

    Μήπως να το πω;” άλλαζε πάλι γνώμη η Μαρία. “Αλλά αν το πω, η μόνη που θα είμαι γλόμπος στο σχολείο θα είμαι εγώ”, σκέφτηκε βάζοντας τα κλάματα από απελπισία.

    Αισθάνθηκε ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο της.

  • Τι έχεις Μαράκι μου;
  • Δεν μπορώ να σου πω μαμά, είπε ανάμεσα σε αναφιλητά.
  • Στη μαμά όλα μπορείς να τα πες. Η μαμά σε ακούει με προσοχή όταν θέλεις να της μιλήσεις. Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τη μαμά της κατάματα.
  • Μαμά έχω κάτι ζουζούνια στο κεφάλι μου.
  • Γι’ αυτό ανησυχείς; Πριν λίγο με πήρε τηλέφωνο η μαμά της Βέρας, της συμμαθήτριας σου.
  • Τι; Το μάθανε κιόλας;
  • Ησύχασε. Πολλά παιδιά έχουν ψείρες στην τάξη σου. Οι ψείρες προτιμούν τα μικρά παιδιά γιατί είναι γλυκά και νόστιμα! Είπε γελώντας.
  • Τώρα δηλαδή όλοι θα είμαστε γλόμποι;
  • Τώρα πια δεν ξυρίζουν τα κεφάλια των παιδιών όπως την εποχή του μπαμπά σου. Υπάρχουν ειδικά γαλακτώματα και ψιλές χτένες. Με την κατάλληλη περιποίηση οι ψείρες φεύγουν.

Η Μαρία σκούπισε τα μάτια της. Ο εφιάλτης της είχε διαλυθεί.Την άλλη μέρα στο σχολείο η Μαρία στο θρανίο της σκεφτόταν, ενώ στριφογύριζε την μπούκλα της: “Το να πεις στη μαμά σου αυτό που σε ανησυχεί είναι αρχικά δύσκολο αλλά τελικά λύνονται πολλά προβλήματα με αυτόν τον τρόπο”.
Z.A.



    Του τοίχου η μορφή
    Νοεμβρίου 21, 2010, 8:28 πμ
    Filed under: ποίηση, Παιδική ποίηση

    Του τοίχου η μορφή

    Πρωί πρωί και με την τσάντα μου στους ώμους

    για το σχολείο ξεκινώ.

    Διπλά στου κυρ-Αρίστου το γαλακτοπωλείο

    το μοσχομυριστό περνώ.

    Κανέλα, βανίλια, ρυζόγαλο ζεστό!

    Στρίβω τη γωνία αριστερά

    και να σου τη μπρος μου για ακόμα μια φορά!

    Μιλώ για την πανώρια τη κιτρινωπή μορφή

    που στέκει αγέρωχη στον τοίχο της έρημης παράγκας του γερο-Κωστή.

    Φαίνεται απόκοσμη, σαν από μακρινή φυλή,

    μα όταν στα μάτια την κοιτώ,

    φυσάει αεράκι δροσερό και μοιάζει προσιτή.

    Θαρρώ την πόρτα μου δείχνει να περάσω

    λες και ξέρει πως κατά βάθος,

    στο σχολείο δε θα ΄θελα τόσο πρωί να φτάσω.

    Κοντοστέκομαι εκεί και την κοιτώ.

    Το φόρεμά της περιεργάζομαι το πιτσιρδελογραμμωτό.

    Θέλω να μου μιλήσει και λόγια να μου πει,

    να με προϋπαντήσει

    και μέσα στης παραγκούλας την αίθουσα υποδοχής

    να με δεχτεί.

    Τι κόσμος άραγε υπάρχει μέσα εκεί;

    Είμαι έτοιμος να μπω!

    Όμως πάντα την ίδια ώρα,

    την ίδια αυτή στιγμή,

    τ’ ανέμελο, τ’ ονειρικό ταξίδι, εξατμίζει

    το σκούντημα του Πέτρου,

    του φίλου και επιμελή συμμαθητή.

    Έτσι επανέρχομαι στο δρόμο που με πάει στο σχολείο.

    Όμως σας λέω

    κάποτε το κάλεσμα αυτής της μορφής θα αποδεχτώ

    και στο σπιτάκι τούτο το φανταστικό,

    τον τρόπο να τρυπώσω

    θα τον βρω!

    Z.A.



    Άγγιγμα
    Σεπτεμβρίου 19, 2010, 7:28 πμ
    Filed under: ποίηση

    Το αποτύπωμά σου

    γλυκιά αλμύρα στα χείλη μου.

    Να γλιστρήσω στις καμπύλες του λαιμού και του ώμου

    και ο αναστεναγμός σου,

    θαλάσσιου κύματος αύρα μέσα μου.

    Ζέφη Αθανασοπούλου



    ο καλλιτέχνης
    Ιουνίου 5, 2010, 12:42 μμ
    Filed under: Γραπτά

    Έχω μέσα μου έναν καλλιτέχνη που άλλοτε σωπαίνει και άλλοτε ουρλιάζει.

    Πιο συχνά όμως είναι κλεισμένος σε ένα στενό δωμάτιο και χτυπάει το κεφάλι του από τοίχο σε τοίχο.

    Σιωπηλά και ρυθμικά.

    Είναι τρελαμένος.

    Δεν έχει φύλο είναι απλά ένα ον, καλλιτέχνης.

    Στερημένος από όλα κραυγάζει.

    Λίγες φορές μόνο πέφτει ο τοίχος και απλώνεται ένα τοπίο μπροστά του. Τότε ανοίγει τα χέρια του και ανάλαφρος πετά. Επιλέγει που θα προσγειωθεί και ότι κι αν έχει μπροστά του το χρησιμοποιεί και αρχίζει να φτιάχνει. Παίζει με το νερό και το χώμα. Στοιβάζει τις πέτρες, κλωτσάει το κουκουνάρι, σκαρφαλώνει προσεκτικά στο δέντρο και κοιτάζει μέσα στη φωλιά του πουλιού τα μικρά να τιτιβίζουν απεγνωσμένα. Τόσα εύθραυστα, που μέσα από τη μεμβράνη που τα σκεπάζει, διαγράφονται οι μπαλίτσες των ματιών τους και ο μικροσκοπικός σκελετός τους. Κοιτάζει τις γλωσσίτσες τους πως τρεμοπαίζουν την ώρα που ανοίγουν τα κίτρινα ράμφη τους αναζητώντας τροφή.

    Τρέχει τώρα ο καλλιτέχνης στην κατηφόρα του λόφου με ανοιχτά τα χέρια φωνάζοντας στον άνεμο που του κοντράρει το πρόσωπο: “Σε ευχαριστώ Θεέ μου”. Και από τα μάτια του φεύγουν δάκρυα. Διαγράφουν διαφανείς γραμμές στις άκρες των ματιών του και απελευθερώνονται στον αέρα.

    Νιώθει πλησμονή, ευφορία.

    Στέκει τώρα ακίνητος μπροστά στο χωράφι με τα στάχυα.

    Ο χορός τους τον μεθάει. Τι υπέροχη κίνηση! Πόσους απίθανους χορευτές έχει η φύση σου Θεέ μου! Τι ρυθμικό χρυσαφένιο λίκνισμα διαγράφουν σε τούτο το φωτεινό γαλάζιο φόντο;

    Προχωράει αργά ανάμεσα στα στάχυα. Έτσι όπως λικνίζονται με περισσή χάρη του χαϊδεύουν το πρόσωπο.

    Κλείνει τα μάτια του και αφήνεται στο απαλό γαργαλιστικό τους χάδι.

    Χαμογελάει σαν χαζός στη μέση του χωραφιού.

    Έτσι φαίνεται απ’ έξω. Όμως μέσα του συντελούνται μεγαλεία.

    Νιώθει έρωτα για τα πάντα, ώσπου σιγά σιγά βραδιάζει και το σκοτάδι φέρνει πίσω τους τοίχους που συχνά τον περικλείουν.

    Γι’ αυτό χτυπάει το κεφάλι του εκεί μέσα και τρελαίνεται. Γι’ αυτόν τον έρωτα που νοσταλγεί.

    Για το φιλί του ανέμου, το άγγιγμα του φύλλου, το χώμα στις γυμνές του πατούσες.

    Έτσι προσμένει. Άλλοτε σιωπηλά, άλλοτε κραυγάζοντας, άλλοτε κλαίγοντας με δάκρυα που χαρακώνουν το δέρμα του και τον γεμίζουν αίματα και πληγές.

    Μόνο όταν ηρεμεί και γαληνεύει και τίποτα δε διαπερνά το νου του, μόνο τότε ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένει και σχεδόν το έχει ξεχάσει, μόνο τότε εξαϋλώνονται οι τοίχοι και το φως επανέρχεται, κτυπά τα βλέφαρά του και τα ανοίγει.

    Ζέφη Αθανασοπούλου



    το ταξίδι
    Μαΐου 8, 2010, 7:21 πμ
    Filed under: ποίηση

    Θα θελα να’ μουν άνεμος.

    Να ‘μουν λέει ένα αεράκι απαλό.

    Με σώμα αέρινο,

    μονοπάτι χωματένιο να χάιδευα,

    ανασηκώνοντας το χώμα

    και κείνο να διέγραφε σπείρες ασύμμετρες και κύκλους στον αιθέρα.

    Να’ μουν μικρή πνοή ανέμου

    ανάμεσα στα μυρωδάτα άνθη της αμυγδαλιάς

    ώστε τα πέταλα και οι στήμονες να τρεμοπαίζουν,

    μεθυστικά αρώματα αναδύοντας.

    Δροσερό αεράκι,

    το τρυφερό μάγουλο ανταμώνοντας ενός μικρού παιδιού.

    Σαν πειραχτήρι να ‘παιζα μπερδεύοντας παντού στο πρόσωπό του τις τριχούλες.

    Μετά πάλι να τις ξεμπέρδευα,

    ενώ αυτές ν’ ανέμιζαν τριγύρω απ’ το κεφάλι, δώθε κείθε.

    Αέρας,

    να ‘γλειφα τη θάλασσα για την αλμύρα της

    και οι σταγόνες της να ορθώνονταν στον ουρανό

    και να ‘πεφταν,

    αμέριμνα κυκλάκια στη λεία επιφάνεια της.

    Το αέρινο σώμα μου ίσα που θ’ άγγιζε το αλμυρό νερό,

    χιλιόμετρα γοργά τσουλώντας,

    ώσπου του βράχου να ανταμώσω το τραχύ γυαλιστερό κορμί.

    Πιθανή προς πιθαμή τις πεταλίδες του να πιάσω

    και σαν μαστίγιο δυνατά τα μυτερά σημεία του να χτυπήσω.

    Μετά να φύγω μακρυά,

    να πάω στου κάμπου το γαλάζιο λουλουδάκι,

    αυτό το μικροσκοπικό,

    που κατά λάθος ξέφυγε από διαβάτη πάτημα,

    βελούδινο το πέταλο του να αισθανθώ,

    κι αέρας όπως είμαι,

    λίγο από το χρώμα του σκορπώντας, γαλαζόσκονη στο γύρω του χορτάρι να απλώσω.

    Τα σύννεφα.

    Ναι, εκείνα τ’ άσπρα σα βαμβάκι σύννεφα.

    Φυσώντας τις μορφές τους γρήγορα να πλάθω,

    αλλάζοντας τις διαρκώς σ’ ότι αυτά προστάζουν.

    Άλλοτε ζώα, ψάρια και πουλιά και άλλοτε άλογα με αγγέλους αναβάτες.

    Άλλοτε πρόσωπα αλλόκοτα, τρομακτικά τοπία.

    Ύστερα μ’ ένα φύσημα να σβήνουν όλα τούτα,

    διαλύοντας τα να χάνονται για πάντα,

    ελευθερώνοντας γαλαζωπό χαλί

    ολούθε απλωμένο

    ως τ΄άπειρο.

    Ζέφη Αθανασοπούλου




    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.